Από τα περιοδικά των δεκαετιών του ’50 και του ’60, δύο ήταν αυτά που προκάλεσαν τη μεγαλύτερη αίσθηση στο αναγνωστικό κοινό, λόγω της ριζοσπαστικής θεματολογίας τους. Εκτός από τη «ροζ» απόχρωση τους, είχαν άλλο ένα κοινό, καθώς ήταν σαφές ότι το δεύτερο «πάτησε» πάνω στο όνομα του πρώτου, αλλάζοντας απλώς σειρά στις δύο συνθετικές λέξεις.

Ο λόγος για το «Χτυποκάρδι» που κυκλοφόρησε στις αρχές του 1957 και το «Καρδιοχτύπι», που βγήκε στα περίπτερα το 1965!

Ως το πρώτο περιοδικό με αισθηματικό και ερωτικό περιεχόμενο το «Χτυποκάρδι» ήταν και το πιο καινοτόμο.

«Τον Έρωτα θα τον υπηρετήσει, χωρίς την προσποιητή σεμνοτυφία των αρσακειάδων της παλιάς εποχής. Η ύλη του διαλέγεται από τα αριστουργήματα της παγκοσμίου ερωτικής φιλολογίας και ελέγχεται με σύγχρονο πνεύμα», έγραφε το εισαγωγικό σημείωμα του πρώτου τεύχους.

Εξώφυλλα (με ημίγυμνα μοντέλα), οπισθόφυλλα, φωτογραφίες, γελοιογραφίες, κείμενα, όλα είχαν περιεχόμενο ερωτικό. Τα κείμενα του ωστόσο ήταν πολύ προσεγμένα και καλογραμμένα, όπως μαρτυρούν και οι «εκλεκτές» υπογραφές που είχε το περιοδικό.

Συνεργάτες του ήταν μεταξύ άλλων ο Μ. Καραγάτσης και ο Νίκος Τσιφόρος, που έγραφε σε συνέχειες για τη ζωή του Τζιάκομο Καζανόβα, καθώς και άλλα κείμενα.

Ομοίως και ο Νίκος Μαράκης, αστυνομικός συντάκτης στα «ΝΕΑ» και «Το Βήμα», που έγραφε σε συνέχειες για τα «Κωλ γκερλς» της Αθήνας. Ο Αρχέλαος και ο Βασίλης Χριστοδούλου ήταν οι γελοιογράφοι του περιοδικού. Μεγάλο σουξέ είχε η σελίδα συμβουλών της «Σιβύλλας», που έδινε συμβουλές σε ερωτικά ζητήματα που απασχολούσαν τους αναγνώστες.

Μπορεί τα εξώφυλλα, οι πιπεράτες γελοιογραφίες, οι φωτογραφίες και τα κείμενα να αποτελούσαν μαγνήτη για τη νεολαία, αλλά για την τότε υπερσυντηρητική κοινωνία και τους... μεσαιωνικούς κύκλους της Εκκλησίας, συνιστούσαν πρόκληση.

Οι παρεκκλησιαστικές οργανώσεις το αποκάλεσαν «αισχρούργημα» και, επικαλούμενες το σχετικό νόμο που απαγόρευε την κυκλοφορία «ασέμνων» αναγνωσμάτων, άρχισαν να βομβαρδίζουν τον εκδότη με μηνύσεις! Έτσι, ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του, το «Χτυποκάρδι» αναγκάστηκε να διακόψει την έκδοσή του.

Πρόλαβε, ωστόσο, να ανοίξει το δρόμο σε άλλα περιοδικά όπως το «Καρδιοχτύπι».

Το περιοδικό κυκλοφόρησε από την εκδοτική Δραγούνη και στις σελίδες του φιλοξενήθηκαν μερικές από τις ωραιότερες γυναίκες της εποχής, όπως η Έλενα Ναθαναήλ και η Ρίκα Διαλυνά.

Τα δύο συγκεκριμένα τεύχη σημείωσαν πολύ ικανοποιητικές πωλήσεις και γι’ αυτό οι δύο ηθοποιοί φωτογραφήθηκαν και δεύτερη φορά. Το περιοδικό είχε 84 σελίδες ποικίλης ύλης και κόστιζε... 5 δραχμές, αλλά ούτε αυτό μακροημέρευσε. Κράτησε μόνο ένα χρόνο και τα λίγα από τα 52 τεύχη που έχουν διασωθεί θεωρούνται σήμερα συλλεκτικά.

 

 

Πρόλαβε Χατζηχρήστο και Αυλωνίτη, Καλουτά και Βέμπο. Όχι, δεν εννοούμε ότι απλώς υπήρξε και στην εποχή τους, αλλά ότι, μεταξύ άλλων, αυτοί οι μύθοι του ελληνικού θεάματος το είχαν κάνει στέκι τους. Και δεν πρόκειται για ένα στέκι που δεν υπάρχει πια, αλλά για το μπαρ που στέκει ακόμα αγέρωχο και απαράλλακτο εδώ και 60 χρόνια!

Είναι το παλαιότερο μπαρ της Αθήνας, το θρυλικό «Au Revoir» της οδού Πατησίων, που άνοιξε στις 10 Μαρτίου του 1958 και... ξεχάστηκε στο χρόνο! Θυμίζοντας πλέον μια αυτόνομη κάψουλα στο τοπίο της πρωτεύουσας.

Όσο κι αν μοιάζει απίστευτο, η διακόσμηση του Au Revoir δεν έχει αλλάξει στο ελάχιστο από την ημέρα των εγκαινίων του. Είναι σα να έχει σταματήσει το ρολόι στη δεκαετία του ‘60. Προσκολλημένο στο ένδοξο παρελθόν του, αποθεώνει όλα αυτά τα χρόνια την έννοια διαχρονικότητα. Η νέον πινακίδα του ανάβει στο νούμερο 136, στη στάση Κεφαλληνίας.

Το άνοιξαν δύο αδέρφια, ο Θοδωρής και ο Λύσανδρος Παπαθεοδώρου, με την καταλυτική βοήθεια του μεγάλου αρχιτέκτονα της εποχής, Αριστομένη Προβελλέγιο. Ο Λύσσανδρος τον είχε γνωρίσει στο ξενοδοχείο ΞΕΝΙΑ των Δελφών, όπου δούλευε. Όταν του εκμυστηρεύτηκε το όνειρο του να ανοίξει μπαρ, ο Προβελέγγιος προσφέρθηκε να το δημιουργήσει ο ίδιος και να ανταμειφθεί μόνο αν η επιχείρηση πήγαινε καλά. «Βρες τον χώρο κι εγώ θα σε βοηθήσω. Με ξεχρεώνεις σιγά σιγά, όταν στρώσει η δουλειά». Έτσι κι έγινε.

Έως και σήμερα η φωτογραφία του Προβελέγγιου δεσπόζει δίπλα στα μπουκάλια της κάβας – σαν ένα εικόνισμα που απεικονίζει τον «προστάτη» του χώρου.

Πέραν της πολυπολιτισμικής και πολυσυλλεκτικής διάστασης που απέκτησε, το Au Revoir εξελίχθηκε και σε χώρο συνάθροισης ανθρώπων της τέχνης και των γραμμάτων. Ο Ντίνος Ηλιόπουλος για παράδειγμα ήταν ένας από τους θαμώνες του. Ο Δημήτρης Ψαθάς έχει εμπνευστεί από μια ιστορία (απιστίας) εντός του μπαρ και την έκανε χρονογράφημα. Και ο Φρανκ Σινάτρα ήπιε το ποτό του εκεί, όταν το 1962 ήρθε στην Ελλάδα για δύο συναυλίες στο Ηρώδειο!

Η κάβα του κλασσική, βγαλμένη από τη δεκαετία του ‘60. Αν το ποτό σου αποτελείται από δύο συστατικά, θα σου έρθουν ξεχωριστά σε δύο διαφορετικά ποτήρια, για να κάνεις μόνος σου τη μίξη. Όπως συνέβαινε τότε. Η μόδα της εκάστοτε εποχής και οι νεωτερισμοί δεν έχουν θέση στο Au Revoir. Τα πάντα μέσα παραμένουν αναλλοίωτα, από τους καναπέδες και τα σκαμπό, έως τον (ημι)φωτισμό, το διάκοσμο και φυσικά τη μουσική.

Ένα πολιτισμό ιστορικό μνημείο, που έχει φυλακίσει το χρόνο, αδιαφορώντας πεισματικά για το ότι όλα τριγύρω αλλάζουν...

 

Ήταν ανέκαθεν και παραμένει ένα από τα πιο αγαπημένα γλυκά σνακ μικρών και... μεγάλων. Με κάποια συγκριτικά πλεονεκτήματα έναντι της σοκολάτας - χαμηλότερη τιμή, πιο ελαφριά, βολική στη συντήρηση (ειδικά το καλοκαίρι) καθώς δεν λιώνει - η γκοφρέτα κυριαρχεί στην προτίμηση πολλών εδώ και μισό αιώνα.

Από τότε δηλαδή που κυκλοφόρησε στην αγορά η πρώτη ελληνική γκοφρέτα. Ήταν η «ΜΕΛΟ», που έκανε την εμφάνιση της στη δεκαετία του ’60 και είχε πολύ μεγάλη απήχηση στις μικρές ηλικίες.

Την έφτιαχνε η ομώνυμη εταιρεία - σοκολατοποιία με έδρα τον Πειραιά και λειτούργησε σε κάτι σαν προπομπός της διάσημης σοκοφρέτας, που κυκλοφορεί έως σήμερα. Η αρχική τιμή της ήταν δύο δραχμές (!) και εκτός από πρωτοποριακή στο είδος της ήταν και στον τρόπο διαφήμισής της.

Ήταν το πρώτο προϊόν τέτοιου είδους που πρόσφερε και χαρτάκια μέσα στη συσκευασία, τα οποία μπορούσε ο αγοραστής να συγκεντρώσει σε άλμπουμ. Τα αρχικά χαρτάκια είχαν τις σημαίες και τις εθνικές ενδυμασίες όλων των κρατών της γης. Το άλμπουμ κόστιζε 3 δραχμές και αν συμπληρωνόταν με 120 χαρτάκια, ο συλλέκτης καρπωνόταν ως δώρο μια κούκλα ή μια δερμάτινη μπάλα.  

Στη συνέχεια βγήκαν και κάρτες με άλλο περιεχόμενο, όπως αρχηγοί κρατών, ποδοσφαιριστές και μοντέλα αυτοκινήτων. Η σειρά με τη μεγαλύτερη επιτυχία ήταν όμως αυτή με τις εθνικές ενδυμασίες, καθώς είχε και εκπαιδευτικό χαρακτήρα. Τα παιδιά έπαιζαν ανταλλάζοντας κάρτες και μάθαιναν π.χ. που βρίσκεται η εκάστοτε χώρα, τι πληθυσμό έχει και τι παράγει.

Εξίσου εκπαιδευτική ήταν και η σειρά «Σταθμοί στην Ιστορία».

«Μια καινούργια λιχουδιά για μεγάλους και παιδιά. Είναι ΜΕΛΟ. Τι άλλο θέλω;» ήταν το σλόγκαν της γκοφρέτας, που διαφημίστηκε έντονα για την εποχή. Ωστόσο παρά την επιτυχία και την κυριαρχία της για αρκετά χρόνια, χάθηκε ξαφνικά από την αγορά.

Το 1993 η Γιώτης ΑΕ αγόρασε την σοκολατοβιομηχανία ΜΕΛΟ και ό,τι έχει απομείνει πια είναι η γλυκιά ανάμνηση που κρατούν ζωντανή τα χαρτάκια απ' το προσωπικό αρχείο κάποιων ρομαντικών συλλεκτών...

Στα «χαρτιά» ήταν μια σειρά δραματική, αλλά ο κωμικός χαρακτήρας της, η ανάδειξη παιδιών σε πρωταγωνιστικούς ρόλους και η αφθονία του φυσικού τοπίου στο μάτι του τηλεθεατή, είχαν ως αποτέλεσμα να αγαπηθεί από μικρούς και μεγάλους.

«Το μικρό σπίτι στο Λιβάδι» συνιστά για παρά πολλούς μεσήλικες πια μία από τις πιο έντονες τηλεοπτικές αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας. Η σειρά σημείωσε πολύ μεγάλη επιτυχία σε πολλές χώρες, ξεπερνώντας ακόμα και τις προσδοκίες των δημιιουργών της. 

Ξεκίνησε να προβάλλεται στις ΗΠΑ στις 11 Σεπτεμβρίου του 1974 και ολοκληρώθηκε στις 21 Μαρτίου του 1983, σε 9 κύκλους. Στην Ελλάδα το πρώτο επεισόδιο προβλήθηκε στις αρχές του 1975 από την ΥΕΝΕΔ και η απήχηση της στα παιδιά οφείλεται βέβαια στο ότι ήταν μεταγλωτισμένη. 

Η σειρά είναι γυρισμένη στην αμερικανική Δύση και καταγράφει την καθημερινότητα μιας πολυμελούς αγροτικής οικογένειας του 1880. Bασίζεται στα ομώνυμα αυτοβιογραφικά βιβλία της Λόρα Ίνγκαλς Ουάιλντερ (Little House), που δημοσιεύτηκαν από το 1932 έως το 1943 και έγιναν Best seller. Το σενάριο είναι προσαρμοσμένο στην αληθινή ζωή της συγγραφέος, η οποία γεννήθηκε το 1867 και πέθανε σε ηλικία 90 ετών. Δεν πρόλαβε δηλαδή να δει το έργο της να μεταφέρεται στη μικρή οθόνη.

Η μικρή Λόρα, με τις χαρακτηριστικές ξανθιές κοτσίδες, είναι και ο κεντρικός χαρακτήρας της σειράς. Είναι η δεύτερη από τις τέσσερις κόρες της οικογένειας και αυτή που αφηγείται την ιστορία. Πατέρας της είναι ο Τσαρλς και μητέρα της η Καρολάιν, ενώ οι Μέρι, Κάρι και Γκρέις είναι οι αδελφές της.

Ύστερα από μακροχρόνια αναζήτηση, οι Ίνγκαλς εγκαθίστανται σε μια μικρή φάρμα έξω από το Γουόλνατ Γκρόουβ της Μινεσότα. Η ζωή στην αραιοκατοικημένη περιοχή είναι γεμάτη εκπλήξεις και η επιβίωση απαιτεί σκληρή δουλειά απ’ όλα τα μέλη της οικογένειας. Ως γνήσιοι πιονιέροι, οι Ίνγκαλς έρχονται αντιμέτωποι με πολλές κακοτοπιές, όπως ξηρασίες, καμένες σοδειές κι επιδρομές από ακρίδες. Παρ’ όλα αυτά, καταφέρνουν να ξεπεράσουν τα εμπόδια και να ευημερήσουν.

Η Λόρα (Μελίσα Γκίλμπερτ), που φοιτά στο σχολείο της περιοχής γίνεται δασκάλα στα 15 της χρόνια. Πολύ αργότερα, η οικογένεια μετοικεί σε μια ολοκαίνουργια πόλη στην περιοχή της Ντακότα – «κάπου στο τέλος της σιδηροδρομικής γραμμής». Εκεί, η Μέρι (Μελίσα Σου Άντερσον), η μεγάλη κόρη της οικογένειας, που έχει χάσει την όρασή της, θα φοιτήσει σε σχολή τυφλών, ενώ η Λόρα θα γνωρίσει τον μελλοντικό σύζυγό της, τον Αλμάντσο Ουάιλντερ.

Μία από τις μεγαλύτερες διαρροές ραδιενεργού υλικού στην αμερικανική ιστορία είχε συμβεί το 1959 κοντά στο Big Sky Ranch της κοιλάδας Σίμι, όπου γίνονταν τα γυρίσματα. Αν και δεν υπήρχαν επίσημα στοιχεία, για χρόνια ψιθυριζόταν ότι τα περιστατικά καρκίνου σε ηθοποιούς και μέλη του συνεργείου οφείλονταν στη ραδιενεργό επιβάρυνση της περιοχής. Δυστυχώς ένα από τα θύματα ήταν ο Μάικλ Λάντον, ο πατέρας της οικογένειας, ο οποίος πέθανε το 1991 από καρκίνο στο πάγκρεας.

Το βουκολικό γουέστερν ξεκίνησε να προβάλλεται ξανά στην ελληνική τηλεόραση (ΕΡΤ 2) το Φεβρουάριο του 2017, σε διπλά επεισόδια κάθε Σαββατοκύριακο. Και τα νούμερα που σημείωσε ήταν παραδόξως εξαιρετικά, σε μια εποχή που τα παιδιά έχουν μάθει για τα καλά τον ψηφιακό κόσμο (των tablet, των laptop, ακόμα και των κινητών). Πιθανότα οι περισσότεροι απ’ όσους το έβλεπαν ήταν αυτοί που το είχαν δει και ως παιδιά. Νιώθωντας αυτή την περίεργη θαλπωρή, σα να ήταν πιτσιρίκια και να είχαν ξαπλώσει στο κρεβάτι της γιαγιάς τους...

 

Την περίοδο ακμής της είχε φτάσει να κατέχει 10 εργοστάσια (το ένα εκ των οποίων στο Σουδάν), να απασχολεί 7.000 υπαλλήλους και να παράγει 25 εκατομμύρια μέτρα ετησίως, καλύπτοντας δύο φορές την ελληνική ακτογραμμή.

Με διαφημιστικά σλόγκαν που έγραψαν ιστορία, όπως το «Ντύνει, στολίζει, νοικοκυρεύει» και το «η ούγια να γράφει Πειραϊκή - Πατραϊκή», η ναυαρχίδα της ελληνικής κλωστοϋφαντουργίας υπήρξε επί σειρά ετών το καμάρι της εγχώριας βιομηχανίας.

Ήταν η πρώτη επιχείρηση που εισήγαγε πετρελαιοκίνητα μηχανήματα από τη Γερμανία, ενώ μεταξύ άλλων εφοδίαζε κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου με κουβέρτες τα ελληνικά στρατεύματα.

Η βιομηχανία βάμβακος και ετοίμων ενδυμάτων ιδρύθηκε το 1919, όταν έλαβε σάρκα και όστα το όραμα δύο φιλόδοξων νέων, των Χριστόφορου Κατσάμπα και Σταμούλη Στράτου, για τη δημιουργία μιας μονάδας που θα μπορούσε να παράγει υφάσματα και βαμβακερά εφάμιλλα σε ποιότητα εκείνων που μέχρι τότε εισάγονταν στη χώρα.

Ο πρώτος σταθμός ήταν η ίδρυση της «Πατραϊκής Εμποροβιομηχανικής Εταιρείας», ενώ το 1923 οι δύο συνεταίροι συνεργάστηκαν με Μικρασιάτες πρόσφυγες για να δημιουργήσουν στην Πάτρα μία ταπητουργία. Εκεί θα ανεγερθεί το πρώτο κτίριο της εταιρείας, το οποίο στεγάζει το ταπητουργείο, το καλτσοποιίο και το βαφείο. Η παραγωγή την εποχή εκείνη γίνεται χάρη σε μια πρωτόγονη ατμομηχανή, η οποία αρκετά αργότερα θα έμπαινε στη βιτρίνα της Πειραϊκής – Πατραϊκής για να θυμίζει την αφετηρία.

Το 1928 ξεκίνησε η λειτουργία του κλωστοϋφαντουργείου, μετά την αγορά του υπερσύγχρονου κλωστηρίου από τη Γερμανία, αλλά η μεγάλη ύφεση έπληξε καίρια την εταιρία, η οποία το 1932 αναγκάστηκε να συγχωνευθεί με την «Πειραϊκή» για να εξασφαλίσει δάνεια από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος και να γλιτώσει τη χρεοκοπία.

Η «Πειραϊκή» ήταν τότε μια προβληματική –και με ξεπερασμένη τεχνολογία- κλωστοϋφαντουργεία, η οποία είχε ιδρυθεί το 1919 και διέθετε δύο εργοστάσια, ένα στον Πειραιά και ένα στην Καλλιθέα.

Ένα χρόνο μετά τον εμφύλιο πόλεμο (1950), η «Πειραϊκή-Πατραϊκή» κατασκεύασε στο Μεγάλο Πεύκο μεγάλη σύγχρονη εργοστασιακή μονάδα, την πρώτη που κτίστηκε στην Ελλάδα μεταπολεμικά.

Ακολουθεί περίοδος μεγάλης ακμής, με την επιχείρηση να γιγαντώνεται διαρκώς και τα προϊόντα της να ταξιδεύουν σε όλη την Ευρώπη.

Στις 7 Δεκεμβρίου 1962 το φημισμένο αμερικανικό περιοδικό «Time» φιλοξένησε δηλώσεις του 38χρονου τότε Χριστόφορου Στράτου, γενικού διευθυντή της επιχείρησης και γιου ενός εκ των ιδρυτών της. Στο αφιέρωμα για την «Πειραϊκή – Πατραϊκή», ο συντάκτης χαρακτήριζε το εργοστάσιο «πρότυπο» για κάθε ελληνική βιομηχανία που βασίστηκε σε ό,τι είχε να προσφέρει η χώρα σε αφθονία: βαμβάκι και φτηνά εργατικά χέρια.

Η παρακμή για την «Πειραϊκή – Πατραϊκή» αρχίζει από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, με τις πετρελαϊκές κρίσεις και τις αυξημένες απαιτήσεις των εργαζομένων, που συνοδεύονταν από μαζικές απεργίες. Το 1981 η επιχείρηση αγοράζει τις εγκαταστάσεις της εταιρείας V. Deiden στη Δυτική Γερμανία, με στόχο την επικράτησή της στην ευρωπαϊκή και παγκόσμια αγορά. Έχει ήδη επεκταθεί με νέες μονάδες στην Ελλάδα και μία στο Χαρτούμ.

Οικονομικοί αναλυτές και κύκλοι της αγοράς εκτιμούσαν από τότε ότι οι κινήσεις αυτές έγιναν κυρίως για να εξυπηρετήσουν κυρίως πολιτικές σκοπιμότητες.

Το υπεράριθμο προσωπικό, οι συχνές κυβερνητικές παρεμβάσεις και οι αλόγιστες δαπάνες σε νέες επενδύσεις, που δεν απηχούσαν στους νόμους της αγοράς, είχαν τελικά ως αποτέλεσμα να «πνιγεί» η εταιρία στα χρέη. Το 1984 εντάχθηκε με τον περίφημο νόμο 1386 στις «προβληματικές εταιρείες» και κρατικοποιήθηκε (κάτι που συνέβη σε συνολικά 128 τέτοιες εταιρείες).

Το πρόγραμμα «εξυγίανσης» του 1990, που προέβλεπε μείωση της παραγωγικής δραστηριότητας και απολύσεις, δεν είχε ουσιαστικό αποτέλεσμα. Για τέσσερα χρόνια, από το ’92 έως το 96’, οι εργαζόμενοι συντηρούσαν κάθε τόσο τα μηχανήματα και ήλπιζαν ότι με πορείες, διαπραγματεύσεις και καταλήψεις κτιρίων, θα μπορούσαν να «αναστήσουν» την επιχείρηση.

Το 1996, η μεγαλύτερη κλωστοϋφαντουργία της Ελλάδας θα περνούσε και τυπικά στην ιστορία, με τα περιουσιακά της στοιχεία να εκποιούνται έναντι πινακίου φακής. Πλέον, τα κτίρια της χρησιμεύουν μόνο για να προσφέρουν ζεστασιά σε ομάδες μεταναστών.

Στις εγκαταστάσεις της είχε εξυφανθεί μια ιστορία απαξίωσης, παρόμοια με αυτή της... Ελλάδας. Η Πειραϊκή - Πατραϊκή εξελίχθηκε σε μηχανισμό εξυπηρέτησης κομματικών συμφερόντων και σκαλοπάτι της αποβιομηχανοποίησης της χώρας. Θα ήταν ίσως συνετό και ωφέλιμο να διδάσκεται στα σχολεία η ιστορία μιας βιομηχανίας - πρότυπο που κατάντησε να βάλει λουκέτο με χρέη 235 δισεκατομμυρίων δραχμών.

Αλλά σε μια τέτοια περίπτωση, είναι προφανές ότι θα έβγαιναν πολλά «εγκλήματα» στον αφρό...

Για 34 χρόνια υπήρξε ο «αιμοδότης» της 7ης τέχνης στην Ελλάδα, ως μία από τις μεγαλύτερες εταιρίες παραγωγής ταινιών στην Ανατολική Μεσόγειο. Με το που αντικρίζεις το σήμα της θρυλικής Finos Films, η μνήμη ταξιδεύει αυτόματα σε δεκάδες απίθανες ελληνικές ταινίες που άφησαν εποχή.

Το μεράκι και η αγάπη του Φιλοποιμένα Φίνου για τη μεγάλη οθόνη, «γέννησαν» την εταιρία που έφερε φαρδιά - πλατιά την υπογραφή της στη χρυσή εποχή του ελληνικού κινηματογράφου.

Το σήμα FF συμβολίζει μία ολόκληρη εποχή και πολιτογραφεί μια Ελλάδα, η οποία προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της μετά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο και τον εμφύλιο σπαραγμό, αστικοποιείται με γρήγορους ρυθμούς και αναπτύσσεται με υπερβολική ταχύτητα.

 Η εταιρία ιδρύθηκε το 1942 και ο συνολικός αριθμός των ταινιών που παρήγαγε ανήλθε στις 196. Πρώτη ταινία ήταν «Η Φωνή της Καρδιάς» τον Μάρτιο του 1943 και τελευταία «Ο Κυρ Γιώργης Εκπαιδεύεται» τον Ιανουάριο του 1977.

Χρονιά - ορόσημο ήταν το 1958, όταν ξεκίνησε η λειτουργία των νέων πλατό της εταιρείας στους Αγίους Αναργύρους, στην περιοχή Μυκονιάτικα. Υπήρχαν δύο πλατό, ένα μεγάλο και ένα μικρό, καθώς και αποθήκη, ξυλουργείο, καμαρίνια και ένας μεγάλος περίβολος που εξυπηρετούσε την δυνατότητα κατασκευής ντεκόρ πόλης, όπως συμβαίνει στην ταινία Λόλα, όπου όλη η Τρούμπα έχει κατασκευαστεί στον περίβολο των πλατό.

Τα studio, ήταν κοντά στον αστικό ιστό και ταυτόχρονα απομονωμένα. Το μεγαλύτερο μέρος των ταινιών της χρυσής περιόδου της εταιρείας γυρίστηκαν στα πλατό των Αγίων Αναργύρων.

Όλα αυτά μέχρι το 1970, όταν και εγκαινιάστηκαν τα νέα στούντιο της εταιρείας στα Σπάτα. Ένα μεγάλο όνειρο του Φίνου που, σύμφωνα με συνεργάτες του, ήθελε να φτιάξει μια ελληνική Cinecitta. Στα πλαίσια αυτού του οράματος, ο Φίνος έστειλε αρχιτέκτονα και συνεργάτες στην Cinecitta ώστε να πάρουν πληροφορίες για την κατασκευή των πλατό, και μπορεί κανείς να διακρίνει αρχιτεκτονικές ομοιότητες με τα πλατό της Cinecitta.

Τα νέα στούντιο αποτελούνταν από δύο μεγάλα stages και όλους τους αναγκαίους χώρους ενός αντίστοιχου συγκροτήματος. Τη δεκαετία του 1970 θεωρούνταν από τα καλύτερα πλατό στην Ευρώπη και προς στιγμήν φάνηκε ότι θα προσέφεραν ακόμα πιο ραγδαία ανάπτυξη στην εγχώρια κινηματογραφική παραγωγή.

Η επέλαση της τηλεόρασης όμως και η ασθένεια του Φίνου, που δεν μπόρεσε να δημιουργήσει τις κατάλληλες επιχειρηματικές συνεργασίες, ανέτρεψαν τα πάντα. Ο ελληνικός κινηματογράφος υπέστη μεγάλη κρίση και η Φίνος Φιλμ χτυπήθηκε βαριά. Το 1977 ο Φίνος απεβίωσε σε ηλικία 69 ετών και έκτοτε η εταιρεία ασχολήθηκε κυρίως με την ενοικίαση των ταινιών της και την εκμετάλλευση των πλατό, ώστε να αποπληρωθούν τα τεράστια χρέη.

Ο Φιλοποιμένας Φίνος

Ακόμα και σήμερα Τα studio της Φίνος Φιλμ στα Σπάτα, συγκαταλέγονται στα μεγαλύτερα πλατό της χώρας και το μοναδικό κινηματογραφικό αρχιτεκτονικό δείγμα (μαζί με το studio Alfa στα Μελίσσια).

Από το 2006 η εταιρία επανήλθε δειλά-δειλά στην παραγωγή και χρηματοδότηση ταινιών, με φιλμ όπως η «Uranya» του Κώστα Καπάκα και το remake του «Ο Ηλίας του 16ου».

Ο Φιλοποιμένας Φίνος δεν έβλεπε με καλό μάτι την τηλεόραση. Ήταν τελικά αυτή όμως που σύστησε τις ταινίες του στις νεότερες γενιές θεατών και θα διαφημίζει εσαεί το έργο στο οποίο αφιέρωσε όλη τη ζωή του.

Εκείνος ήταν ένας από τους ισχυρότερους άνδρες στον κόσμο. Εκείνη, η χήρα του πιο λαοπρόβλητου ηγέτη στην ιστορία των ΗΠΑ. Θεωρητικά δεν είχαν ορατό σημείο επαφής. Και όχι μόνο για τα 23 χρόνια της ηλικιακής διαφοράς. Για αυτό και ο γάμος του Αριστοτέλη Ωνάση με την Ζακλίν Μπουβιέ-Κένεντι τον Οκτώβριο του 1968 αποκλήθηκε από τον Τύπο της εποχής και ως «ο γάμος του 20ου αιώνα».

Πέντε χρόνια μετά τη δολοφονία του Τζον Κένεντι και μόλις 4,5 μήνες μετά την αντίστοιχη του Ρόμπερτ Κενέντι (με τον οποίο επίσης είχε ερωτική σχέση η Τζάκι, σύμφωνα με μία από τις βιογραφίες), τελείται στο Σκορπιό το μεγαλύτερο κοσμικό γεγονός της δεκαετίας του ’60. Ο 62χρονος Ωνάσης είχε αφήσει στα κρύα του λουτρού τη Μαρία Κάλλας, με την οποία περίμεναν όλοι να παντρευτεί.

Η Τζάκι, στα 39 της, θα υλοποιούσε αυτό που κυνικά περιέγραψε χρόνια αργότερα: «Την πρώτη φορά παντρεύεσαι από έρωτα, τη δεύτερη για τα λεφτά, την τρίτη για τη συντροφιά».

Και ο Έλληνας κροίσος θα υλοποιούσε πιθανώς ένα... καπρίτσιο, βλέποντας την Τζάκι ως ένα «τρόπαιο» - κόντρα στις βουλές της αμερικανικής πολιτικής ηγεσίας.

Η ενόχληση του Λευκού Οίκου για την εξέλιξη ήταν εντονότατη (από την εποχή κιόλας που ξεκίνησε το φλερτ του ζεύγους), ενώ και μερίδα του αμερικανικού Τύπου κατέκρινε την επιλογή της «χήρας του αγαπημένου και αδικοχαμένου προέδρου» να πέσει στην αγκαλιά ενός μεγιστάνα.

Ο γάμος χαρακτηρίστηκε από πολλούς «παιχνίδι συμφερόντων» και «άκρως επιτυχημένη συναλλαγή» και τόσο το είδος του προγαμιαίου συμβολαίου, όσο και η εξέλιξη της σχέσης που είχαν οι δύο, δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι επρόκειτο για κάτι τέτοιο.

«Η ημέρα που ανακοινώθηκε ο γάμος της με τον Ωνάση ήταν ημέρα πένθους για την οικογένεια Κένεντι. Το θεώρησαν προδοσία εκ μέρους της. Ωστόσο ο Τέντι πήγε μαζί της στην Αθήνα για να διαπραγματευθούν το προγαμιαίο συμβόλαιο - σε εκείνο ο Ωνάσης επέμενε και πέτυχε τελικά η Τζάκι να φέρει ως το τέλος της ζωής της και το επώνυμο Ωνάση δίπλα στο Κένεντι», αναφέρουν οι βιογράφοι της.

Το τίμημα ήταν όμως... βαρύ. Τρία εκατομμύρια δολάρια για την ίδια, ένα για κάθε παιδί της, εξασφαλισμένες όλες οι δαπάνες της για όσο θα κρατούσε ο γάμος, και 200.000 δολάρια κάθε χρόνο για όλη της τη ζωή αν ο Αρίστος πέθαινε πρώτος! Υπολογίζεται ότι η Τζάκι εισέπραξε συνολικά 26 εκατ. δολάρια μετά το θάνατο του Ωνάση (1975).

Πίσω στο Σκορπιό, το ’68, οι καλεσμένοι στο γάμο ήταν ελάχιστοι. Παρόντες από την πλευρά της Τζάκι ήταν τα παιδιά της, Καρολίνα και Τζον-Τζον, η μητέρα της, Τζάνετ Νόρτον Λι, ο πατριός της, Χιου Ότσινχλος, και η αδερφή της Λι Ράτζβιλ. Εκεί ήταν και τα παιδιά του Αριστοτέλη Ωνάση από τον πρώτο του γάμο με την Τίνα Λιβανού, ο Αλέξανδρος και η Χριστίνα.

Μετά τη γαμήλια τελετή ακολούθησε δεξίωση στη θαλαμηγό «Χριστίνα», που στο παρελθόν είχε φιλοξενήσει σειρά από εξέχουσες προσωπικότητες. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, Φρεντ Σπαρκς και το βιβλίο του «The $20,000,000 Honeymoon: Jackie and Ari's First Year», μόνο τα δώρα του Αριστοτέλη προς την Τζάκι, στοίχισαν 5 εκατ. δολάρια (!), ενώ το κόστος του πρώτου χρόνου του έγγαμου βίου ανήλθε στον μεγιστάνα στα 20 εκατ. δολάρια.

Λίγο μετά το γάμο πάντως ξεκίνησε η αντίστροφη μέτρηση για τη σχέση τους, η οποία πολύ γρήγορα άρχισε να φθείρεται. Στα εφτά χρόνια που έμειναν παντρεμένοι, έζησαν ουσιαστικά δύο διαφορετικές ζωές και αποξενώθηκαν τελείως μετά το τραγικό, αιφνίδιο θάνατο του Αλέξανδρου Ωνάση στις 23 Ιανουαρίου του 1973.

 

Είναι αναγνωρισμένα διεθνώς για την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική και αισθητική τους αξία. Τα Ξενοδοχεία «ΞΕΝΙΑ» ήταν μέρος ενός κρατικού προγράμματος που αποσκοπούσε στην ανάδειξη του φυσικού κάλλους της Ελλάδας σε παγκόσμιο επίπεδο, υπό την εποπτεία του - νεοσύσταστου το 1950 - Ε.Ο.Τ.

Αποτέλεσαν το βασικό όχημα για την τουριστική ανάπτυξη και τον εκμοντερνισμό της χώρας, συμβάλλοντας σε πολύ μεγάλο βαθμό στη διαφήμιση της φιλοξενείας και του ήλιου της Ελλάδας.

Το πρόγραμμα τέθηκε σε λειτουργία από το 1953 έως το 1967 (αμέσως πριν την άνοδο της Χούντας). Με βάση την εφαρμογή του σχεδίου Μάρσαλ, ο τουρισμός έπρεπε να αποτελεί μια από τις κινητήριες δυνάμεις για την ανάκαμψη της οικονομίας. Το project προανήγγειλε μια σειρά ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων (Ξενοδοχεία, Μοτέλ, Τουριστικά Περίπτερα και οργανωμένες Πλάζ), κατά μήκος των Εθνικών Οδών, Αρχαιολογικών Χώρων ή σημείων εξαίρετου φυσικού κάλλους. Η εφαρμογή του μετέφερε την εικόνα της Ελλάδας σε όλη την Υφήλιο.

To ΞΕΝΙΑ του Βόλου

Για τα ΞΕΝΙΑ, δόθηκαν άδειες οικοδόμησης στα πιο απίθανα μέρη της Ελλάδας. Από αρχαιολογικούς χώρους όπως η Ακροναυπλία, μέχρι παραλίες, όπως το Παλιούρι στη Χαλκιδική, και δασικές εκτάσεις όπως  αυτή της Βυτίνας.

Το παράδειγμα του ΞΕΝΙΑ Ναυπλίου είναι χαρακτηριστικό για τη φιλοσοφία του σχεδιασμού: από τη μια πλευρά αγναντεύει τον αργολικό κόλπο και από την άλλη απλώνεται στα «πόδια» του η υπέροχη παλιά πόλη. Για έναν τουρίστα ήταν δίλημμα ποιο δωμάτιο να πρωτοδιαλέξει.

Επικεφαλής της ομάδας των αρχιτεκτόνων που ανέλαβαν την υλοποίηση του σχεδίου κατασκευής ήταν ο Άρης Κωνσταντινίδης, ένας από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες της μεταπολεμικής Ελλάδας. Τα Ξενία που κατασκεύασε ο ίδιος, αλλά και οι αρχιτέκτονες της ομάδας του, όπως ο Φ. Βώκος, ο Γ. Νικολετόπουλος, ο Χ. Σφαέλλος, είναι μοναδικά, καθώς το ενιαίο σκεπτικό της δημιουργίας τους σε σχέση με την επιλεγμένη χρήση των υλικών, την ιδανική χωροθέτηση και την αρμονία με το περιβάλλον τα καθιστούν παραδείγματα μελέτης για τους σπουδαστές αρχιτεκτονικής. Μάλιστα, διεθνώς μέσα από δημοσιεύσεις σε βιβλία και περιοδικά αρχιτεκτονικής, τα Ξενία θεωρούνται ως «η σημαντικότερη παραγωγή δημόσιων κτιρίων μεταπολεμικά».

Τα Ξενία σχεδιάστηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε οι κοινόχρηστοι χώροι να μπορούν να φιλοξενήσουν μεγαλύτερο αριθμό επισκεπτών από αυτόν τον ενοίκων. Ήταν λογική της αρχικής σχεδίασης να δέχεται το οίκημα και περαστικούς ή κατοίκους της ευρύτερης περιοχής, στο πλαίσιο της καλύτερης ένταξης του στο περιβάλλον του.

Ξάνθη

Η ιστορία και το τοπίο ήταν η βάση για την είσοδο σε έναν νέο τομέα της παγκόσμιας οικονομικής δραστηριότητας, τον τουρισμό, στον οποίο η Ελλάδα προοριζόταν να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο.

Τα πρώτα ΞΕΝΙΑ εγκανιάστηκαν το 1953 σε Δελφούς, Μεσολόγγι και Καστοριά, ενώ αυτό της Άνδρου το 1958 (κεντρική φωτ.) δημιούργησε τομή στην τυπολογία των ξενοδοχείων, που κτίστηκαν μεταγενέστερα.

Το 1960 αρχίζει το 1ο πενταετές πρόγραμμα τουριστικής ανάπτυξης της χώρας. Βασικές αρχές του η ανάδειξη των μνημίων, αλλά και του φυσικού τοπίου, η ανάπτυξη του θαλάσσιου τουρισμού και η τουριστική ανάπτυξη νέων περιοχών στην ηπειρωτική χώρα. Η Ελλάδα αρχίζει να προβάλλεται στο εξωτερικό με αφίσες και διαφημιστικά φυλλάδια επώνυμων καλλιτεχνών.

Σκιάθος

Στην επιδίωξη αυτή ο ρόλος των 44 ξενοδοχειακών μονάδων ΞΕΝΙΑ, που ανεγέρθηκαν συνολικά στην επικράτεια, ήταν κομβικός.

Δυστυχώς όμως, στα τέλη της δεκαετίας του ‘80 το κράτος αποδείχτηκε ανίκανο στο ρόλο του ξενοδόχου. Οι απαιτήσεις στην τουριστική αγορά διαφοροποιήθηκαν και τα ΞΕΝΙΑ δεν προσαρμόστηκαν ποτέ σε αυτές, παίρνοντας το δρόμο της μιζέριας και της εγκατάλειψης. Το τελευταίο «Ξενία» υπό κρατική λειτουργία έκλεισε το 1997 στο Παλιούρι.

Σήμερα, αρκετά είναι εγκαταλελειμμένα, ενώ κάποια άλλα έχουν γκρεμιστεί. Από τα 44, μόνο 11 είναι μισθωμένα και κάποια άλλα έχουν εν μέρει ή εν συνόλω παραχωρηθεί. 

Η ενδόμυχη άρνηση του Έλληνα για πρόοδο, είχε κάνει για μια ακόμα φορά το θαύμα της...

Ήταν 12 Δεκεμβρίου του 1975. Την πρώτη μέρα πήγαν φίλοι και συγγενείς. Τη δεύτερη, κάλεσαν παιδιά από τη γειτονιά. Την τρίτη μέρα, κάλεσαν το δημοτικό νηπιαγωγείο. Το Σάββατο, το θέατρο γέμισε!

Στο θέατρο της οδού Κεφαλληνίας στην Κυψέλη, είχε μόλις ανέβει ένα έργο ιστορικό. Ένα έργο που δημιούργησε τη δική του κουλτούρα, μεγαλώνοντας με τους ήρωες του γενιές και γενιές.

Η Ντενεκεδούπολη είναι μια πολιτεία αλλιώτικη απ’ τις άλλες. Δεν είναι φτιαγμένη από τούβλα, πέτρες, τσιμέντο ή γυαλί. Είναι ολόκληρη φτιαγμένη από ντενεκέδες. Εκεί μένουν άδεια, σκουριασμένα, παλιά ντενεκεδάκια. Βρέθηκαν όλα πεταμένα σ’ ένα σκουπιδότοπο κι αποφάσισαν να φτιάξουν τη δική τους πολιτεία, για να μένουν μόνα τους και να έχουν την ησυχία τους.

Τα ντενεκεδάκια έχουν περίεργα ονόματα: Σαρδέλας, Μηλίτσα, Βουτυρένιος, Σοφός, Οκέυ Mπαμ Mπαμ. Ο Σαρδέλας είχε -πριν τον πετάξουν- σαρδέλες, η Μηλίτσα είχε κομπόστα μήλο, ο Βουτυρένιος βούτυρο, ο Οκέυ Mπαμ Mπαμ είχε κόκα κόλα, κι ο Σοφός είχε μέσα του καφέ.

«Ντενεκεδούπολη, ντενεκεδούπολη, είσαι ωραία, τρανή. Ντενεκεδούπολη, ντενεκεδούπολη, σε αγαπάμε πολύ!» Ο συγκεκριμένος στίχος, με τον οποίο ξεκινούσαν τα τραγούδια της παράστασης, εξελίχθηκε σε κάτι σαν παιδικός ύμνος στα τέλης των 70ς και τη δεκαετία του ’80.

Η Ευγενία Φακίνου είχε καταφέρει με αυτό το θεατρικό έργο να μετατρέψει το φαινομενικά απλό σε γοητευτικό για μικρούς και μεγάλους, προσφέροντας στα παιδιά ενα διασκεδαστικό παιχνίδι, που θα μπορούσαν να κατασκευάσουν ακόμη και μόνα τους με ενα ψαλίδι και με αντικείμενα που θα έβρισκαν πολυ εύκολα στο σπίτι. Οι αυτοσχέδιες... ντενεκεδούπολεις από χαρτόνια, κουτιά, αυγοθήκες και κάθε λογής συσκευασία, έγιναν επί σειρά ετών μια αγαπημένη ασχολία σε σχολεία και δημοτικά.

Εκτός όμως από την μεγάλη απήχηση στα παιδιά, ο ένας από τους λόγος που έκανε τόσο ιδιαίτερη την Ντενεκεδούπολη ήταν η βαθιά αλληγορία της. Στο έργο θίγονται ζητήματα όπως η εξουσία του μεγάλου προς τον μικρό, οι ταξικές διαφορές, η δωρεάν εκπαίδευση και η μετανάστευση. Και ο δεύτερος η ίδια η θεατρική της φύση, γιατί δεν ήταν απλώς θέατρο για παιδιά ούτε ακριβώς κουκλοθέατρο. Και κάπως έτσι έφτασε να διδάσκεται πια σε σχολές παιδαγωγών!

Στην Ντενεκεδούπολη συμμετείχαν σημαντικοί καλλιτέχνες, όπως ο Γιάννης Μαρκόπουλος, ο Χρήστος Λεοντής, η Άννα Βαγενά και ο αξέχαστος Παύλος Σιδηρόπουλος (στο ρόλο του Μπουλντόζα). Η τελευταία παράσταση δόθηκε το 1982 και ήταν «το Μεγάλο ταξίδι του Μελένιου». Όπως έχει πει η συγγραφέας, δεν ήταν σε θέση να γράψει άλλο θεατρικό έργο.

Το 1983 η Ντενεκεδούπολη έγινε παιδική τηλεοπτική σειρά που προβάλλονταν κάθε Σάββατο από την ΕΡΤ και που δυστυχώς ελάχιστα πλάνα έχουν διασωθεί (λόγω της απαράδεκτης συνήθειας που είχαν στην κρατική τηλεόραση να γράφουν νέο υλικό, σβήνοντας προηγούμενο για... οικονομία).

Φυσικά, τα ντενεκεδάκια έγιναν διάσημα και μέσα από τις σελίδες των ομώνυμων των παραστάσεων βιβλίων, ενώ σήμερα εκτίθενται στο Θεατρικό Μουσείο. 

Ήταν αρχές του 1965, όταν ο λεωφορειούχος Προκόπης Γαβριήλ παρουσίασε στη Σαλαμίνα το «5», ένα από τα καλύτερα μοντέλα αστικών λεωφορείων, κατασκευής του εργοστασίου των αδελφών Σαρακάκη. Επρόκειτο για ένα Volvo SB85, που είχε σχεδιαστεί και παραχθεί αποκλειστικά στην Ελλάδα!

Μεταξύ όσων έχουν «τρέλα» με τα λεωφορεία (ναι, υπάρχουν και αυτοί), το «5» έμεινε στη συνείδηση τους ως ασυναγώνιστο, τόσο για την ομορφιά, όσο και για την αντοχή του.

Αυτό το Volvo είχε έναν από τους καλύτερους κινητήρες λεωφορείων που είχε κατασκευαστεί ποτέ και ως εκ τούτου δεν σταμάτησε να κυκλοφορεί στα ΚΤΕΛ Σαλαμίνας παρά μόνο το 1994, δηλαδή 29 χρόνια μετά την κατασκευή του. 

Είναι από εκείνα που οι παλιοί οδηγοί αναφέρουν συχνά στις διηγήσεις τους και με τα χρόνια έλαβε μυθικές διαστάσεις, γράφοντας τη δική του σελίδα στην ιστορία των ελληνικών λεωφορείων. Ακόμα και λεωφορεία που κατασκευάστηκαν δεκαετίες μετά απ’ αυτό, μειονεκτούσαν στη σύγκριση μαζί του.

Δεν είναι τυχαίο ότι το «5» είχε «πρωταγωνιστικό» ρόλο στο βιντεοκλίπ του τραγουδιού «Χαμένες Αγάπες» του Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Αυτός ήταν και ο λόγος που το συγκεκριμένο τραγούδι συζητήθηκε και αγαπήθηκε στους κύκλους των... πωρωμένων με τα λεωφορεία.

Όταν κάποια στιγμή το λεωφορείο ενεπλάκη σε ένα ατύχημα, μεταφέρθηκε άμεσα στο εργοστάσιο Σαρακάκη για επισκευή και ο Προκόπης Γαβριήλ παρακάλεσε τον Τάκη Σαρακάκη να γίνει όσο πιο γρήγορα γίνεται η δουλειά, ώστε το λεωφορείο να βγει ξανά για δουλειά.

Ο Σαρακάκης διαβεβαίωσε τον Προκόπη πως το «5» θα επισκευαζόταν όσο το δυνατόν συντομότερα και μάλιστα θα κυκλοφορούσε με νέα «μούρη». Ήταν τόσο καλαίσθητη όμως αυτή η νέα μορφή, που αμέσως μετά την επισκευή ο Σαρακάκης ζήτησε με τη σειρά του μια χάρη από τον Προκόπη Γαβριήλ.

«Ελπίζω να είστε ικανοποιημένος από τη δουλειά μας. Για να είμαστε και οι δύο ευχαριστημένοι θα σας ζητήσω μια χάρη. Θέλω να μείνει αυτό το λεωφορείο στη βιτρίνα μας για ένα ή δύο μήνες και θα σας κάνουμε όποια έκπτωση μας ζητήσετε για να καλύψετε τις απώλειες».

Ο Γαβριήλ αρχικά έμεινε άναυδος αλλά στη συνέχεια οι δύο άντρες συμφώνησαν και το «5» έμεινε για δύο μήνες στην πρώτη βιτρίνα με τα επαγγελματικά Volvo, για να το χαζεύουν οι επαγγελματίες και να το φωτογραφίζουν οι λάτρεις των λεωφορείων.

To «5» θα αποτελούσε για χρόνια ακόμα αντικείμενο θαυμασμού, καθώς η Σαλαμίνα καλωσόρισε πίσω το μηχανοκίνητο καμάρι της.

Πηγή: http://busoldtimers.blogspot.gr/

Ήταν στο απόγειο της δόξας τους. Η μανία για το φαινόμενο «Beatles» είχε καταλάβει όλο το δυτικό κόσμο και τα τέσσερα «Σκαθάρια» απολάμβαναν δημοσιότητα και λατρεία που μόνο ο Έλβις Πρίσλεϊ μπορούσε να ανταγωνιστεί, στον κόσμο του πενταγράμμου.

Τέτοια ήταν τα επίπεδα δημοφιλίας της θρυλικής μπάντας από το Λίβερπουλ, όταν ο Τζον Λένον ξεστόμισε μία από τις πιο αμφιλεγόμενες ατάκες στην καλλιτεχνική ιστορία. Ήταν 4 Μαρτίου του 1966, όταν σε συνέντευξή του στην εφημερίδα «England's Evening Standard» δήλωσε ότι «είμαστε (οι Beatles) πιο δημοφιλείς και από το Χριστό».

Η συμπληρωματική σκέψη του Λένον είχε ως εξής: «Ο χριστιανισμός θα παρέλθει. Θα εξαφανιστεί και θα συρρικνωθεί. Αυτή τη στιγμή είμαστε πιο δημοφιλείς απ' τον Χριστό. Δεν ξέρω τι θα πεθάνει πρώτο, το ροκ εν ρολ ή ο χριστιανισμός. Ο Χριστός ήταν εντάξει, αλλά οι μαθητές του ήταν στενόμυαλοι και κοινότοποι. Κατά τη γνώμη μου, αυτοί τα χάλασαν όλα διαστρεβλώνοντας το νόημα του χριστιανισμού».

Στην Αγγλία η ατάκα πέρασε στα ψιλά, άλλωστε ήταν το βασίλειο των «Beatles». Στη συντηρητική κοινωνία των ΗΠΑ όμως προκλήθηκε σάλος, όταν 5 μήνες μετά η φράση αναδημοσιεύτηκε στο νεανικό περιοδικό «Datebook». Οι αντιδράσεις στη «Ζώνη της Βίβλου» (νοτιοανατολικές πολιτείες των ΗΠΑ) ήταν φανατισμένες: ανάθεμα στην μπάντα, μαζικές καύσεις δίσκων της, ενώ στην πιο ακραία μορφή τους, μέλη της Κου Κλουξ Κλαν έκαιγαν ομοιώματα των Beatles και κάρφωναν δίσκους τους σε φλεγόμενους σταυρούς.

Η ατάκα έβλαψε εν τέλει παροδικά την καριέρα των Beatles. Αρκετοί ραδιοφωνικοί σταθμοί των ΗΠΑ άρχισαν εκστρατεία εναντίον τους, κυρίως σε Αλαμπάμα και Τέξας, όπου σταμάτησαν να παίζουν κομμάτια τους. Προέκυψε ακόμα, ακόμα και ακύρωση κάποιων συναυλιών τους. Αντιδράσεις υπήρξαν και σε Ισπανία, Νότια Αφρική, ενώ το Βατικανό εξέδωσε καταγγελτική ανακοίνωση!

Το όλο θέμα ωστόσο φάνηκε ότι προκλήθηκε από το... τίποτα. Ο Λένον μάλλον εξέφρασε τη συμπάθειά του προς την τότε κατάσταση της θρησκείας παρά εξαπέλυσε βλάσφημη επίθεση προς τον χριστιανισμό, εννοώντας ότι ήταν κρίμα που οι Beatles είχαν γίνει πιο σημαντικοί απ' τη θρησκεία. Η θρησκεία δεν παρουσίαζε κανένα ενδιαφέρον για τη νεολαία της εποχής και η δήλωση του Λένον αποκόπηκε από τα συμφραζόμενα.

Η κατάσταση εκτονώθηκε σε μεγάλο βαθμό, όταν τον Αύγουστο του ’66 οι Beatles έδωσαν συνέντευξη Τύπου στο Σικάγο, πριν από την έναρξη της περιοδείας τους στις ΗΠΑ. Ο Λένον δεν είχε παρά να ξεκαθαρίσει τα πράγματα, ωστόσο δεν ήθελε να απολογηθεί. Πείστηκε να το κάνει από τον μάνατζερ του συγκροτήματος Μπράιαν Επστάιν και τον υπεύθυνο Τύπο, Τόνι Μπάροου.

«Υποθέτω ότι αν είχα δηλώσει ότι η τηλεόραση είναι πιο δημοφιλής από τον Χριστό, θα την είχα γλιτώσει. Ζητώ συγγνώμη που άνοιξα το στόμα μου. Δεν είμαι αντίχριστος ούτε αντί-θρησκος. Δεν ήθελα να υποβαθμίσω ούτε να προσβάλλω τον χριστιανισμό. Δε λέω ότι είμαστε καλύτεροι ή σπουδαιότεροι ούτε μας συγκρίνω με τον Ιησού Χριστό ως άτομο ή με το Θεό ως οντότητα ή ό,τι άλλο είναι. Απολογούμαι για ότι είπα, αλλά ειλικρινά δεν ξέρω τι έκανα λάθος. Αν η συγγνώμη μου σας κάνει χαρούμενους, τότε ok, τη λέω».

Ένα από τα προϊόντα που παρήγαγε η Ελλάδα εν αφθονία σε μια συγκεκριμένη περίοδο του προηγούμενου του 20ου αιώνα ήταν ο καπνός. Κατ’ επέκταση, το πιο πλούσιο διαφημιστικό vintage υλικό αφορά το τσιγάρο.

Οι καπνοβιομηχανίες ξεφύτρωναν σαν μανιτάρια στην ελληνική επικράτεια στο Μεσοπόλεμο, φτάνοντας περίπου τις 150!

Mέχρι το 1960 οι καπνοβιομηχανίες ήταν υποχρεωμένες να χρησιμοποιούν σχεδόν αποκλειστικά καπνό «εσωτερικής κατανάλωσης».

Έκτοτε, η εγκατάλειψη της προστατευτικής πολιτικής του κράτους ακολουθήθηκε απο σαφή προτίμηση των Eλλήνων καταναλωτών για ξένα προϊόντα και οι καπνοβιομηχανίες, για να επιβιώσουν στον ανταγωνισμό, προσπάθησαν να συγκλίνουν τα ανατολικά τσιγάρα τους με τα blended, χρησιμοποιώντας και καπνά εξαγωγής.

Στη συνέχεια άρχισαν να παράγουν τσιγάρα blended με άδεια (license) από πολυεθνικές επιχειρήσεις (όπως Astor, Oscar, Old Navy, Winston, Kent, Marlboro και Camel).

Yπήρχε μια τεράστια μείωση του αριθμού των καπνοβιομηχανιών σε 50 μετά τον B’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε 5 μετά το 2000 και σε... δύο σήμερα (Καρέλιας, ΣΕΚΑΠ). Η Παπαστράτος ΑΕ έγινε Philip Morris International το 2003 και μέσω αυτού του deal έπαψε αργότερα η κυκλοφορία των περίφημων «Sante».

H διακόσμηση των πρώτων πακέτων ήταν αποτέλεσμα μιας ετερόκλητης θεματογραφίας, που αντλούσε συχνά από το «ηρωικό εθνικό παρελθόν» (βασιλείς, ήρωες, πολιτικοί) στο πλαίσιο μιας προσπάθειας εξευγενισμού του προϊόντος. Όμως, αντλούσε ακόμη από αναπαραστάσεις πουλιών και ζώων, αθλητών και αθλημάτων, μυθολογικές σκηνές με πρωταγωνιστές θεούς και ημίθεους.

Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο με την έκρηξη της διαφήμισης, των μέσων επικοινωνίας και κατ’ επέκταση την άνθηση ενός νέου επαγγελματικού κλάδου, αυτού των γραφιστών, η διακόσμηση των πακέτων έτεινε να γίνεται ολοένα και πιο μινιμαλιστική, αποστρεφόμενη τα φλύαρα εικαστικά θέματα που προεπιλέχθηκαν.

Στα λογότυπα των πακέτων ανιχνεύεται συχνά κάποιο σχόλιο για την ποιότητα τους: «Εκλεκτά», «Τέλεια», ο τόπος της προέλευσης τους, ο αριθμός των περιεχόμενων τσιγάρων, και τέλος- όπως είναι αναμενόμενο- η ταυτότητα του καπνοβιομήχανου.

Πιθανότατα δεν θα είχατε φανταστεί ότι υπήρχε τόσο μεγάλος αριθμός προϊόντων, οι εικόνες όμως δεν αφήνουν καμιά αμφιβολία περί αυτού. Μάλιστα στη διαφημιστική καμπάνια πήραν κατά καιρούς μέρος τεράστια ονόματα του πνεύματος και της τέχνης, όπως ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, η Μαρίκα Κοτοπούλη και η Κατερίνα Ανδρεάδη.

 

Σελίδα 1 από 4

Search